Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ

Rupert Chawner Brooke - 4
Ο ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΑΣ
Απρίλιος 23, 2020
William Shakespeare - 1
Ο ΟΥΙΛΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Απρίλιος 23, 2020

Ο ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ

Vasilis Rotas - 4

Ο Βασίλης Ρώτας ήταν Έλληνας ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός, μεταφραστής, θεατρώνης και στρατιωτικός. Είναι γνωστός για τις μεταφράσεις των Απάντων του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, για το ποίημά του «Το Χριστινάκι», που μελοποίησε ο Γιάννης Σπανός, καθώς και για τους στίχους του «Ύμνου του ΕΑΜ».

Vasilis Rotas - 1Ο Βασίλης Ρώτας γεννήθηκε στο Χιλιομόδι Κορινθίας στις 23 Απριλίου 1889. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στην Κόρινθο και ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του στο Βαρβάκειο. Στη συνέχεια σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών. Το 1908 πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του στο περιοδικό «Νουμάς» και το 1910 υπήρξε συνιδρυτής της «Φοιτητικής Συντροφιάς».

Στους Βαλκανικούς Πολέμους υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός, ενώ κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου πιάστηκε αιχμάλωτος και κλείστηκε στα στρατόπεδα του Γκέρλιτς και του Βερλ στη Γερμανία. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, πήρε μέρος στη Μικρασιατική Εκστρατεία και τη διετία 1921-1922 υπηρέτησε ως στρατιωτικός ακόλουθος στην ελληνική πρεσβεία του Βερολίνου.

Το 1921 νυμφεύτηκε την παιδική του φίλη Κατερίνα Γιαννακοπούλου, με την οποία απέκτησε τρία παιδιά: τον γιατρό Ρένο Ρώτα, την ηθοποιό και συγγραφέα Μαρούλα Ρώτα (απεβίωσε το 1996) και τον συνθέτη και μουσικοπαιδαγωγό Νικηφόρο Ρώτα (1929-2004). Αποστρατεύτηκε το 1927, «ως παθών εν πολέμω» και τέθηκε σε πολεμική διαθεσιμότητα με το βαθμό του συνταγματάρχη.

Από τότε και μέχρι το τέλος της ζωής του αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία και το θέατρο. Την ίδια εποχή ξεκίνησε το μεγαλεπήβολο σχέδιό του να μεταφράσει στα ελληνικά τα άπαντα του Σέξπιρ, στόχο που ολοκλήρωσε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας με τη βοήθεια της συντρόφου του Βούλας Δαμιανάκου.

Υπήρξε βασικός συνεργάτης στο περιοδικό του Κωστή Μπαστιά «Ελληνικά Γράμματα» και ιδρυτής του Λαϊκού Θεάτρου Αθηνών (1930-1937), που έκλεισε η δικτατορία Μεταξά. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχθηκε στο ΕΑΜ και οργάνωσε το «Θεατρικό Σπουδαστήριο», στο οποίο δίδαξαν μεταξύ άλλων ο Μάρκος Αυγέρης, η Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη, ο Μάνος Κατράκης και ο Γιάννης Τσαρούχης, καθώς και το «Θέατρο στο Βουνό» το 1944, σε συνεργασία με μέλη της ΕΠΟΝ. Έγραψε τους στίχους του «Ύμνου του ΕΑΜ» πάνω στη μουσική του γνωστού τραγουδιού «Κατιούσα», που συνέθεσε το 1938 ο ρώσος συνθέτης Ματβέι Μπλάντερ.

Ύμνος Του Ε.Α.Μ

Τρία γράμματα μόνο φωτίζουν την ελληνική μας την γενιά
και μας δείχνουν φωτεινό τον δρόμο για να φέρουμε την λευτεριά

Είναι του αγώνα μας τα φώτα κι ο λαός ακολουθεί πιστά,
νέοι, γέροι, όλοι μαζί φωνάζουν: ζήτω, ζήτω, ζήτω το ΕΑΜ

Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα θα μας σώσει και πάλι απ’ την σκλαβιά
κι έχει πρόγραμμα λαοκρατία˙ ζήτω ζήτω, ζήτω το ΕΑΜ

Έχει ενώσει όλο τον λαό μας, έχει την ΕΠΟΝ και τον ΕΛΑΣ,
κι έχει πρόγραμμα λαοκρατία˙ ζήτω ζήτω, ζήτω το ΕΑΜ

Ο Ρώτας δημοσίευσε -πριν και μετά τον πόλεμο- ποιήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα, ενώ κατέχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου για τη μετάφραση των απάντων του Σέξπιρ. Ιστορική έμεινε η μετάφραση της κωμωδίας του Αριστοφάνη «Όρνιθες», που ανέβηκε τον καλοκαίρι του 1959 από το Θέατρο Τέχνης και προκάλεσε σάλο για τη σκηνοθετική ματιά του Καρόλου Κουν. Άρθρα του, χρονογραφήματα, κριτική θεάτρου και μαρτυρίες δημοσιεύτηκαν στον παράνομο τύπο της Κατοχής, στα περιοδικά «Καλλιτεχνικά Νέα», «Ελεύθερα Νέα» και «Νεοελληνικά Γράμματα», στις εφημερίδες «Βραδυνή», «Πρωία», και «Εστία», καθώς και στα περιοδικά «Θέατρο» του Κώστα Νίτσου (1961-1965) και «Λαϊκός Λόγος» (1965-1967).

Το Χριστινάκι

Δώδεκ’ αγόρια του σκολειού
κι η Χριστινιώ μια τάξη,
μη βρέξει και μη στάξει.

Τ’ αγόρια τ’ ορκιστήκανε
στην παληκαροσύνη
να κλέψουν τη Χριστίνη.

Βαρκούλα αρματώνουνε
με σταυρωτό πανάκι-
Χριστίνα-Χριστινάκι.

Ποιός είδε πετροπέρδικα
να παίζει με γεράκια
στο πλάι στα θυμαράκια;

Ποιός είδε την ξανθόμαλλη
γελούσα και πανώρια
να παίζει με τ’ αγόρια;

Έμπα, καλή, στη βάρκα μας
να πάμε και να ρθούμε
τραγούδι που θα ειπούμε!

Τ’ αστέρια τρεμουλιάζουνε
στου ζέφυρου το χάδι
τ’’ όμορφο τούτο βράδυ.

Σπαρμένο χρυσολούλουδα
το πέλαγο λιβάδι
τ’ όμορφο τούτο βράδυ.

‘Aλλοι ταιριάζουν τα πανιά
κι άλλοι κουπί τραβούνε,
Χριστίνα, ο νους σου πού ‘ναι;

Το Χριστινάκι τραγουδεί
της βάρκας κυβερνήτης,
γλυκειά που ‘ν’ η φωνή της!

Και λέει τραγούδι του έρωτα
και για τον πόθο λέει,
για το φιλί που καίει

κι η βάρκα εποθοφτέρωσε
κι ορθοπηδάει το κύμα
τραβώντας όλο πρίμα.

Γέλια,τραγούδια εσώπασαν,
ταγόρια συμπαλεύουν,
μοχτούν, φιλί γυρεύουν.

Χουγιάζει ο αέρας για φιλί,
βγάζουν καημούς και πάθη
της θάλασσας τα βάθη.

Κανείς δεν είναι στο κουπί,
κανείς και στο τιμόνι,
λαχτάρα που τους ζώνει!

Για το φιλί της Χριστινιώς
χυμάν με χίλια χέρια
νερά,βουνά κι αστέρια.

Κι η βάρκα η ποθοπλάνταχτη
πάει στων νερών τα βάθη
με του έρωτα τα πάθη.

Κι εκεί σαλεύουν τα παιδιά,
ψάχνουν να βρουν ακόμα
της Χριστινιώς το στόμα.

Δεν κλαίω τα δώδεκα παιδιά,
τους νιούς,τους μαθητάδες,
τις δώδεκα μανάδες,

μον’ κλαίω τα μάτια τα γλαρά,
το λυγερό κορμάκι,
τ’ αγρίμι,το ελαφάκι,

που ήτανε δώδεκα χρονών,
-Παρθένα Παναγιά μου,
-κι έλαμπε η γειτονιά μου.

Στο σύνολο του συγγραφικού του έργου, πρωτότυπου και μεταφραστικού, κυριαρχεί ο ιδιόμορφος δημοτικιστικός λόγος του, εμπνευσμένος από το δημοτικό τραγούδι και η λαϊκή ρομαντική κοσμοθεωρία του. Ανιχνεύονται, επίσης, επιρροές από το λαϊκό θέατρο του Καραγκιόζη, τη σεξπιρική δραματουργία και το αρχαίο ελληνικό δράμα.

Ποιήματά του έχουν μελοποιήσει, μεταξύ άλλων, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Γιάννης Σπανός, ο Χρήστος Λεοντής, ο Μιχάλης Τερζής και ο Αργύρης Μπακιρτζής.

Ο Βασίλης Ρώτας πέθανε στην Αθήνα στις 30 Μαΐου 1977, σε ηλικία 88 ετών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *