Ingmar Bergman - 1
ΙΝΓΚΜΑΡ ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ: Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ
Ιούλιος 14, 2020
To mnimosino
ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ
Ιούλιος 14, 2020

ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ… ΕΝΑ ΣΩΜΑ

dyo anthropoi ena soma

Διήγημα της Μαίρη Βαβουράκη

  •   Δύο άνθρωποι… ένα σώμα 

Έκλεισε το βιβλίο με δύναμη και σκεπάζοντας τα μάτια της με τα βλέφαρα, ακούμπησε το κεφάλι της στην πλάτη της καινούριας της πολυθρόνας. Πάει καιρός που συμπλήρωσε τα 55 χρόνια, πάει καιρός που ζούσε μόνο μέσα από τα βιβλία. Την πραγματικότητα , την ακολουθούσε μόνο μηχανικά, έκανε ό, τι ήξερε να κάνει και δεν προσπαθούσε τίποτα που δεν της ήταν γνώριμο. Άλλωστε δεν μπορούσε πια να διαχειριστεί το άγνωστο. Της έπεφτε βαρύ στους ώμους και την έριχνε για μέρες άρρωστη στο κρεβάτι, όποτε έκανε την εμφάνιση του στη ζωή της.

Έφερε το βιβλίο στο στήθος της και το έκλεισε μέσα στην αγκαλιά της, όπως θα έκανε μ’ ένα μωρό. Το χάιδεψε σαν να ήθελε να το καλοπιάσει για ν’ αλλάξει τη ροή των γεγονότων που εξιστορούσε. Δεν ήθελε, όπως έδειχναν τα πράγματα, ο ήρωας του βιβλίου να εγκαταλείψει τη γυναίκα του για χάρη της ερωμένης του. Τον ήθελε να μην απαρνιέται την οικογένεια του για κανέναν και για τίποτα.

Άνοιξε τα μάτια και κάρφωσε το βλέμμα της στην παλιά φωτογραφία που κρεμόταν στον τοίχο. Η μάνα της φορούσε ένα κατάλευκο νυφικό, κάτι που η ίδια δεν αξιώθηκε ποτέ, ενώ ο πατέρας της, κομψότατος μέσα στο μαύρο του κοστούμι, την κοίταζε με θαυμασμό και τρυφερότητα, κρατώντας το χέρι της ,σφιχτά, σαν να ήταν κάτι πολύτιμο που δεν ήθελε να χάσει.

Απέφευγε να την κοιτάζει αυτή τη φωτογραφία. Είχε σκεφτεί μάλιστα να την κατεβάσει από τον τοίχο και να την κρύψει, αλλά δεν τολμούσε. Στα τελευταία της χρόνια, η μητέρα της δεν έκανε τίποτα άλλο από το να κάθεται στην πολυθρόνα απέναντι της και να την κοιτάζει. Ζούσε και ξαναζούσε μέσα στο μυαλό της την ημέρα του γάμου της, ως το πιο σημαντικό γεγονός της ζωής της. Μόνο αυτό την έτρεφε και την κρατούσε ζωντανή. Σηκωνόταν από κει μόνο για να την ξεσκονίζει, και να αλείφει με κολόνια το παλιό ξύλο του κάδρου. Την ήθελε να μοσχομυρίζει και δεν άφηνε κανένα να την πλησιάσει πόσω μάλλον να την ακουμπήσει. Όταν πέθανε η μητέρα της, τόλμησε ν’ αλλάξει μόνο την πολυθρόνα. Τη φωτογραφία δεν την άγγιξε κι ας της ξυπνούσε μόνο κακές αναμνήσεις, κάθε φορά που τύχαινε το βλέμμα να σταθεί πάνω της.

Τράβηξε τα μάτια , από το νεαρό ευτυχισμένο ζευγάρι και τα σφράγισε πάλι με τα βλέφαρα, απαγορεύοντας την είσοδο στο φως. Τα γεγονότα που χασμουρήθηκαν μέσα στο μυαλό της, ξυπνώντας και ζητώντας μερίδιο από τις σκέψεις της, μόνο με το σκοτάδι μπορούσαν να κάνουν συντροφιά.

Γινόταν, ακριβώς, 10 χρονών, την ημέρα που την πήρε η μάνα της από το χέρι και βγήκαν στο δρόμο, με προορισμό το σπίτι της ερωμένης του πατέρα της. Πολλά χρόνια ήξερε για τη σχέση αυτή, αλλά υποκρινόταν πως δεν ήξερε τίποτα. Όταν συναναστρεφόταν με κόσμο, δεν παρέλειπε να λέει πόσο τυχερή ήταν που είχε παντρευτεί αυτόν τον άντρα, επειδή την αγαπούσε πολύ και τη φρόντιζε. Συχνά, την άκουγε, απορημένη, να αναφέρεται σε τρυφερές χειρονομίες του πατέρα που δεν είχαν γίνει ποτέ και σε δώρα του ακριβά που όμως στην πραγματικότητα τα είχε αγοράσει μόνη της στον εαυτό της. Έκανε υπεράνθρωπες προσπάθειες, για να δείξει σε όλους πως είχε κάνει τον τέλειο γάμο.

«Μαμά, θα μας αφήσει ο μπαμπάς;» , την είχε ρωτήσει μετά από ένα τρομερό καυγά. Ο πατέρας της έβριζε και έσπαγε τα πάντα γύρω του. Δεν την χτύπησε ποτέ μα όταν καυγάδιζαν, δεν άφηνε τίποτα όρθιο. Ακόμα κι ένα ταψί με κουλουράκια το σήκωσε στον αέρα, εκτοξεύοντας το προς την πλευρά του μπαλκονιού. Το ταψί είχε προσγειωθεί με θόρυβο πάνω στο μωσαϊκό, ενώ τα κουλουράκια σε διάφορα σημεία μέσα και έξω από το σπίτι. Μέρες μετά, έβρισκες, στο δρόμο, μισοφαγωμένα, από πουλιά και ζώα, κουλουράκια.

«Μην το ξαναπείς αυτό», της είχε ουρλιάξει, σχεδόν, η μαμά της, «ο μπαμπάς δεν πρόκειται ποτέ να μας αφήσει. Μόνο εμάς αγαπάει», τόνιζε μια -μια τις λέξεις πιο πολύ για να δώσει κουράγιο στον εαυτό της κι ύστερα χτένισε τα μαλλιά της , έβαλε κραγιόν κι αρωματίστηκε.

Στα δέκατα γενέθλια της όμως, η μάνα δεν ήταν καθόλου χτενισμένη, βαμμένη ή αρωματισμένη. Τα μαλλιά της ήταν ανακατωμένα, ενώ μαύρα δάκρυα, από τη μάσκαρα, αυλάκωναν τα χλωμά της μαγούλα. Η ψυχραιμία είχε αντικατασταθεί από την υστερία. Όταν δεν έκλαιγε, της έσφιγγε το χέρι και την πληροφορούσε χωρίς να προηγηθεί ερώτηση, «θα μας αφήσει! Την αγαπάει, λέει, και θα την παντρευτεί…»… Ύστερα έκλαιγε πάλι…
Σχεδόν έτρεχαν στο δρόμο κι απ’ όπου περνούσαν ακούγονταν κόρνες και βρισιές, αφού η μητέρα της δεν ήλεγχε ούτε το δρόμο ούτε το χρώμα των φαναριών. Είχε κάνει και προσπάθεια να πάρουν TAXI, αλλά κάθε φορά που ο επαγγελματίας οδηγός έβλεπε την κατάσταση της επίδοξης πελάτισσας, μουρμούριζε μια δικαιολογία κι αφού έριχνε μια γρήγορη ματιά στην μικρή που έμοιαζε να τα χει χαμένα, απομακρυνόταν βιαστικά.
Τα είχε χαμένα η μαμά της τα είχε χαμένα κι εκείνη. Οι γονείς της ήταν οι δυνατοί της ζωής της. Εκείνοι της έδειχναν το δρόμο. Τώρα ο πατέρας της ήταν απών, ενώ η μαμά της βάδιζε , βιαστικά κι επικίνδυνα, εξοργίζοντας τους γύρω ανθρώπους και κάνοντας τους τρομακτικούς. Η ίδια ήταν πολύ μικρή ,για να προστατεύσει και τις δυο τους απ’ όλα εκείνα τα αγριεμένα πρόσωπα, πράγμα που τη γέμιζε ανασφάλεια. Πότε-πότε, πάλι η μαμά, μέσα στη βιασύνη της, σκόνταφτε κι έπρεπε εκείνη με το μικρό της χέρι να τη συγκρατεί, για να μην πέσει, μα το χειρότερο ήταν πως όσο κι αν σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών της, δεν έφτανε για να της σκουπίσει τα δάκρυα.

Η ερωμένη του πατέρα της, δεν τις περίμενε, μα δεν τους έκλεισε την πόρτα. Μπήκαν μέσα στο όμορφο, ζεστό της σπίτι, αλλά ενώ τα σώματα τους επανήλθαν σε φυσιολογική θερμοκρασία, αφήνοντας έξω το κρύο του χειμωνιάτικου πρωινού, οι καρδιές τους παρέμειναν κρύες. Η μάνα της άρχισε να βρίζει με το χυδαιότερο τρόπο την άγνωστη γυναίκα που τους είχε χαλάσει τη ζωή.

«Τι θα την κάνω εγώ αυτή, χωρίς τον πατέρα της; », επαναλάμβανε, υστερικά, δείχνοντας την κόρη της, ανάμεσα στις φοβερές βρισιές που εξαπέλυε.

Τρόμος την κατέλαβε! Η μαμά της δεν ήξερε τι να την κάνει. Ίσως την έδιωχνε. Κοίταξε τη γυναίκα που είχε καρφώσει το βλέμμα της στο πάτωμα, κλαίγοντας. Τη λυπήθηκε, δε φαινόταν κακιά, αλλά εκείνη έπρεπε να στηρίξει τη μαμάς της. Έπρεπε ν’ αποδείξει πως την αγαπάει, πως είναι καλή κόρη και πως αξίζει να την κρατήσει κοντά της. Πήρε θάρρος και αφού πλησίασε την άγνωστη τη χτύπησε με το μικρό της χέρι στην κοιλιά, αφού μέχρι εκεί την έφτανε. Η μάνα της, σταμάτησε να φωνάζει, ενώ η γυναίκα κάρφωσε το κλαμένο της βλέμμα μέσα στα φοβισμένα μάτια του δεκάχρονου κοριτσιού που έτρεμε μη μείνει μόνο του. Ο ψυχικός πόνος κι ένα αίσθημα ντροπής , παρέα με τον ίδιο φόβο μοναξιάς και την ίδια ανασφάλεια ήρθαν να θρονιαστούν στο βλέμμα της γυναίκας. Η μικρή δεν μπορούσε να διακρίνει τι ακριβώς έβλεπε μέσα σ’ εκείνο το βλέμμα. Δεν ήξερε πώς να το ερμηνεύσει. Όλα εκείνα τα συναισθήματα που είδε την τρόμαξαν, αφού φύτεψαν μέσα της μια βαθιά λύπη. Επέστρεψε στην αρχική της θέση και δεν ξανακοίταξε την άγνωστη. Μόνο την άκουσε να υπόσχεται στη μητέρα της πως θα απομακρυνόταν από τη ζωή τους και πως δε θα της έπαιρνε τον άντρα.

Η επιστροφή στο σπίτι ήταν ήσυχη. Μπήκαν στο WC μιας καφετέριας όπου η μαμά της πλύθηκε και σουλούπωσε λίγο την εικόνα της, χτενίζοντας τα μαλλιά, βάφοντας τα λεπτά της χείλη και βάζοντας άρωμα. Όταν ξαναβγήκαν στο δρόμο, είχε μια άλλη συμπεριφορά. Σοβαρή και συγκρατημένη στις κινήσεις της, όπως ταίριαζε στη σουλουπωμένη της εκδοχή, της αγόρασε μια σοκολάτα και σταμάτησε ένα ΤΑΧΙ, του οποίου ο οδηγός δεν αρνήθηκε, αυτή τη φορά, να τις επιβιβάσει στο όχημα του. Σε όλη τη διαδρομή η μαμά, της κρατούσε το χέρι και της το χάιδευε, υπερήφανη για την κόρη της, μα εκείνη δεν μπορούσε να ξεχάσει το βλέμμα της κλαμένης γυναίκας. Πολλές φορές από τότε το ονειρεύτηκε και ξύπνησε κάθιδρη.

Κράτησε την υπόσχεση της. Όσο κι αν την έψαξε ο πατέρας της, δεν την βρήκε. Η μάνα της ανακουφισμένη , αρχικά, απολάμβανε ακόμα και την ψυχρή του παρουσία μέσα στο σπίτι. Αυτή, όμως η ψεύτικη απόλαυση δεν κράτησε για πολύ. Ο πατέρας άφησε τη δουλειά του και μπάρκαρε στα καράβια. Για πολύ καιρό δεν ήξεραν ούτε που βρισκόταν ούτε τι έκανε, μα η μάνα φερόταν σαν να ήταν σπίτι.
« Ο άντρας μου αυτό και ο άντρας μου εκείνο», έλεγε στις φίλες της και καμμιά τους δεν ήξερε πως δεν είχε νέα του.

Μετά από δύο χρόνια έλαβαν ένα φάκελο. «Αίτηση διαζυγίου», της είπε ο δικηγόρος της, πράγμα που ήδη ήξερε, αλλά αρνιόταν να το δεχτεί. Δεν ήθελε να υπογράψει, μα τελικά το έκανε. Κανείς δεν έμαθε ποτέ γιατί υποχώρησε.

Ο πατέρας έκανε καινούργια οικογένεια την οποία δεν γνώρισαν ποτέ. Προσπάθησε κάποτε να επικοινωνήσει, κρυφά από τη μητέρα της, μα εκείνος δεν τη δέχτηκε. Της είπε πως δεν ήθελε να την ξέρει. Ήταν σίγουρη πως δεν την ξεπέρασε ποτέ εκείνη τη γυναίκα που είχε στοιχειώσει και τα δικά της όνειρα. Για κείνη έμαθε, εντελώς τυχαία, μετά από χρόνια, πως πέθανε, κατά τη διάρκεια της γέννας, μαζί με το μωρό της…
Δυο πράγματα υποσχέθηκε στη μητέρα της. Να μην μπλέξει ποτέ με παντρεμένο και να προσποιείται πως ο μπαμπάς ήταν μακριά τους, επειδή ταξίδευε κι όχι επειδή τις είχε διαγράψει από το μυαλό κι από τη ζωή του.

Όσο συνεπής ήταν στη δεύτερη υπόσχεση τόσο αδυνατούσε να τηρήσει την πρώτη…

Στη ζωή της μόνο με παντρεμένους τα έμπλεκε. Δεν έγινε ποτέ η σύζυγος, ήταν πάντα η ερωμένη, αν και οι εραστές της , της υπόσχονταν στο όνομα της αγάπης που έτρεφαν για κείνη πως με την πρώτη ευκαιρία θα χώριζαν, για να την παντρευτούν. Πάντα περίμενε, εκτός σκηνής, μακριά από τα φώτα, στις κρυφές γωνιές με μόνη παρέα το σκοτάδι, να έρθει η σειρά της για να παίξει το σύντομο ρόλο της σε ξένες παραστάσεις. Φώτιζε για λίγο τις ζωές των άλλων, χαραμίζοντας τη δική της…

Όταν όμως διάβαζε κάποιο βιβλίο ή παρακολουθούσε κάποια ταινία και όταν το περιεχόμενο το καλούσε ήταν πάντα με το μέρος της συζύγου. Εξοργιζόταν με την ερωμένη και με τον άπιστο πρωταγωνιστή, ειδικά όταν εκείνος βρισκόταν μπροστά σε ηθικό δίλημμα κι επέλεγε την παράνομη σχέση του.

Ποτέ δεν μπόρεσε μέσα στο μυαλό της να εξηγήσει αυτή την απόλυτη ταύτιση της με τις απατημένες συζύγους , όντας η ίδια, πάντα ερωμένη.

Από τις σκέψεις της, την έβγαλε ο ήχος του κινητού. Το περίμενε εκείνο το μήνυμα και μάντευε το περιεχόμενο του γι’ αυτό δεν άνοιξε να δει τι γράφει. Το άφησε αδιάβαστο. Δε θα τα κατάφερνε να έρθει. Δε βρήκε πειστική δικαιολογία. Άφησε το βιβλίο δίπλα στο τραπεζάκι και κλείνοντας το φως κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο. Είχε περάσει η ώρα. Φόρεσε το νυχτικό της και ξάπλωσε, βυθίζοντας το βλέμμα της στο ψυχρό λευκό ταβάνι. Δίπλα δίπλα, εμφανίστηκαν τα πρόσωπα της μάνας της κι εκείνης της γυναίκας που σηκώνοντας κάποτε το χέρι, της χτύπησε την κοιλιά. Την κοίταζαν και οι δύο με πόνο. Δεν ήξερε ποια από τις δύο να παρηγορήσει και ποια να πληγώσει. Δεν μπορούσε να πάρει απόφαση. Έπρεπε να κοπεί στη μέση, να γίνει δύο άνθρωποι. Ο ένας να φιλιώσει με τη σύζυγο και ο άλλος με την ερωμένη, για να πάψουν να ζητούν, να πάψουν να τη βάζουν σε διλλήματα, να φύγουν οι τύψεις και ο φόβος. Έπρεπε να το κάνει και το έκανε, μα εκείνες δεν ικανοποιήθηκαν. Δεν θα ήταν ποτέ ικανοποιημένες. Ήθελαν το απόλυτο. Ή με τη μία ή με την άλλη, δεν υπήρχε μέση οδός.

Έκλεισε τα μάτια, για να μην τις κοιτάζει. Τελικά, αποφάσισε πως η συμφιλίωση δύο άλλων γυναικών , ίσως της έφερναν τη λύτρωση. Έτσι, με τα μάτια κλειστά, ταξίδεψε μέσα της, στα σκοτάδια της, αναζητώντας τις δύο γυναίκες που κατοικούσαν, εκεί, εδώ και χρόνια. Εκείνη που η μάνα της, της ζήτησε να είναι κι εκείνη που τα κλαμένα μάτια της ερωμένης του πατέρα της, την καταδίκασαν να γίνει. Τις εντόπισε να στέκονται, σκεπτικές, η μία δίπλα στην άλλη. Ήξεραν πως είχαν πολύ δρόμο μπροστά τους, για τη μεταξύ τους επιτυχημένη συνύπαρξη, μα την ευχαρίστησε το γεγονός πως έδειξαν προθυμία να τον βαδίσουν.

#Διήγημα

5 Comments

  1. Ο/Η Νίκος λέει:

    Εξαιρετικό

  2. Ο/Η Ελένη Αλεξόπουλου λέει:

    Υπέροχο

  3. Ο/Η Φωτεινή λέει:

    Συγκλονιστικό κείμενο! Συγχαρητήρια!

  4. Ο/Η ΑΝΝΑ λέει:

    Συγχαρητήρια!!!

  5. Ο/Η Άννα λέει:

    Πω πω! Συγκλονιστικό! Συγχαρητήρια!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *