Panarxaio drama
ΠΑΝΑΡΧΑΙΟ ΔΡΑΜΑ
Ιούνιος 2, 2020
Gustav Klimt
ΓΚΟΥΣΤΑΦ ΚΛΙΜΤ | #39
Ιούνιος 2, 2020

ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ

dokimasia

Διήγημα της Μαίρης Βαβουράκη

  • Δοκιμασία

Κάθισαν αμίλητοι, στην αγαπημένη θέση τους, ψηλά στο λόφο, ο καθένας βυθισμένος στις σκέψεις και τους φόβους του. Απέναντι τους, στην οθόνη του ουρανού, για πρώτη φορά συναντήθηκε ένας άντρας με μια γυναίκα. «Ποιος ξέρει, αν θα γίνουν τελικά ζευγάρι», αναρωτήθηκε η γυναίκα του λόφου, μα προσπέρασε τη σκέψη χωρίς να την ακουμπήσει ξανά. Λίγο την ενδιέφερε το πρώτο ραντεβού εκείνου του ζευγαριού. Αυτό που την απασχολούσε ήταν ο δικός της «χωρισμός». Θα τον έπαιρναν μακριά της. Πού θα πήγαινε, για πόσα χρόνια θα έμεναν χώρια, δεν το γνώριζε. Ήξερε μόνο πως, για καιρό, δε θα ήταν πια μαζί.

Κάθε βράδυ, έβλεπε το ίδιο όνειρο. Στέκονταν, λέει, αγκαλιασμένοι στην κορυφή ενός υψώματος. Αρχικά, πίστευε πως ήταν ο λόφος τους, μα, γρήγορα, αντιλαμβανόταν πως ήταν ένας απότομος βράχος που από κάτω του απλωνόταν θάλασσα. Αγκαλιάζονταν πιο σφιχτά σαν να μη χόρταιναν ο ένας τον άλλον, σαν να μην υπήρχε πολύς χρόνος κι ύστερα, τον έχανε από την αγκαλιά της. Στεκόταν μόνη της στο βράχο, παρακολουθώντας, πέρα μακριά στον ορίζοντα, ένα πλοίο να απομακρύνεται. Άκουγε μέσα της το θόρυβο που κάνει ό, τι ραγίζει, ενώ μια βεβαιότητα πως θα έκανε πολλά χρόνια να τον δει, έσταζε στην ψυχή της μια πίκρα που απλωνόταν, όπως η κηλίδα αίματος πάνω σε λευκό ύφασμα, και λέρωνε την ευτυχία της. Τραύμα βαθύ η απουσία του που ούτε τη σκότωνε ούτε γιατρευόταν, μόνο πονούσε πολύ. Ο πόνος την ξυπνούσε και δεν ξανακοιμόταν. Τον κοίταζε δίπλα της να κοιμάται, ανήσυχος κι εκείνος, παλεύοντας με τους δικούς του εφιάλτες, αλλά δεν μπορούσε να τον βοηθήσει. Τι μπορεί να κάνει μια ταραγμένη ψυχή, για να βγάλει μια άλλη από την ταραχή της;

Είχε φτάσει η ώρα. Δεν έμενε πολύς καιρός και, όταν ο χρόνος πιέζει, δε βρίσκεις λόγια, όλα σου φαίνονται φτωχά , για να περιγράψεις τα σημαντικά. Κάθισαν σιωπηλοί, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου και κάρφωσαν τα βλέμματα τους, στο βάθος του ορίζοντα, ατενίζοντας την οθόνη που μετεωριζόμενη πρόβαλε αποσπασματικά μέρη και πλάσματα ,που αυτοαποκαλούνταν άνθρωποι, από τον πλανήτη Γη. Στην όψη έμοιαζαν με το ζευγάρι του λόφου και τους ομοίους του, μα στην ψυχή ήταν αλλιώτικοι, τρομακτικά αλλιώτικοι. Είχε ακούσει πως κάποιους από αυτούς ίσως τους συναντούσαν μια μέρα, αλλά με ποιον τρόπο θα γινόταν αυτό, δεν ήξεραν να της εξηγήσουν οι φέροντες την πληροφορία.

Το ζευγάρι της οθόνης, τώρα, γελούσε. Μάλλον ταίριαζαν, μάλλον θα ενώνονταν σε λίγο. Διάχυτος στην ατμόσφαιρα ήταν ένας έντονος ερωτισμός τον οποίο, εύκολα, διέκρινες στα φευγαλέα αγγίγματα των σωμάτων, στις κλεφτές ματιές, στις αδέξιες κινήσεις, στα ανόητα πειράγματα, στο τσούγκρισμα των ποτηριών…

Όταν ο άντρας της οθόνης ανέβαινε στο διαμέρισμα της γυναίκας που γνώρισε εκείνο το βράδυ, για ένα τελευταίο ποτό, εκείνη έσφιξε το χέρι του δικού της άντρα, παρακαλώντας τον, σιωπηλά να μην την αφήσει ποτέ. Γύρισε και την κοίταξε. Δεν είχε πει τίποτα από το πρωί. Δεν είχε ακουστεί η φωνή του. Τα χείλη του άρχισαν να σαλεύουν, προσπαθώντας να αρθρώσουν λόγο, να συνδυάσουν λέξεις που όχι μόνο να βγάζουν νόημα αλλά και να εκφράζουν ξεκάθαρα όλα όσα είχε να της πει…

Με λόγια που διακόπτονταν από σύντομες παύσεις συγκίνησης της δήλωσε, με σιγουριά, πως ακόμα κι αν του πάρουν τη μνήμη εκείνος θα τη θυμάται, πως θα την αναγνωρίσει όπου κι αν τη συναντήσει, όποια μορφή κι αν έχει. Της υποσχέθηκε πως, όταν γίνει αυτό, θα την αγαπήσει πιο πολύ από τώρα, πιο πολύ από ποτέ και πως μια μέρα θα την πάρει από το χέρι και θα τη φέρει ξανά σ’ αυτό το λόφο, για να ζήσουν εκεί χωρίς να ξαναχωρίσουν. «Σου το υπόσχομαι», της δήλωσε, με φωνή συγκινημένη , αλλά σταθερή. Εκείνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτ’ άλλο παρά να κλαίει.

Στο βάθος, η οθόνη έδειχνε τώρα ένα άλλο ζευγάρι, πολλά χρόνια νεώτερο, αλλά το ζευγάρι του λόφου ούτε καν παρατήρησε την αλλαγή σκηνικού και προσώπων. Ένα μικρό κορίτσι κι ένα μεγαλύτερο σε ηλικία αγόρι έκαναν έναν περίπατο στη φύση, αφού η ηλιόλουστη μέρα το επέτρεπε. Εκείνη έσπρωχνε το αναπηρικό καρότσι κι εκείνος με τα μάτια κλειστά άκουγε τους ήχους, από το κελάηδημα των πουλιών. Χαμογέλασε, κυριευμένος από ευτυχία, όταν το κορίτσι, σταματώντας στην άκρη του δρόμου, έκοψε ένα ανοιξιάτικο λουλουδάκι του αγρού και του το πρόσφερε…

Τα λόγια και τα κλάματα τελείωσαν για το ζευγάρι του λόφου, όταν έφτασε η ώρα, η οποία δε χαρίζεται σε κανέναν, αφού πάντα έρχεται στην ώρα της και είναι πάντα πιστή στα ραντεβού της. Τον ακολούθησε μέχρι εκεί που επιτρεπόταν. Δεν είναι πως δεν προσπάθησε να τον ακολουθήσει και παραπέρα, μα τη σταμάτησε ο Άντρας που στεκόταν στην είσοδο. Το έκανε με τόση ευγένεια και ηρεμία που δεν μπορούσε παρά να υπακούσει. Της χαμογέλασε , γνωρίζοντας τον πόνο της και χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της. «Θα ’ρθει και η δική σου σειρά» της είπε παρηγορητικά και συνέχισε, « θα ξαναβρεθείτε κι, όταν θα γίνει αυτό, αποστολή σας θα είναι να αγαπηθείτε και να διδάξετε την Αγάπη. Αν τα καταφέρετε να αγαπηθείτε όσο τώρα, δε θα χωρίσετε ποτέ ξανά. Σου το υπόσχομαι», της τόνισε, στην προσπάθεια του να την καθησυχάσει, με το γνωστό μειλίχιο τόνο της φωνής του. «Μα αφού αγαπιόμαστε ήδη, γιατί να χωρίσουμε;» ,αντιτάχθηκε μήπως και κατάφερνε με αυτή τη δήλωση να αποτρέψει την επικείμενη αναχώρηση, μα ο Άντρας έκλεισε και σφράγισε την πόρτα, χωρίς να επιτρέπει πια ούτε την είσοδο στην αίθουσα αναχώρησης ούτε την έξοδο από αυτήν. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να στέκεται εκεί σιωπηλή και να παρακολουθεί, από τις τζαμαρίες, τον αγαπημένο της ν’ απομακρύνεται αργά, όπως το πλοίο του ονείρου της. Για μια στιγμή σταμάτησε και στράφηκε προς το μέρος της. Ανοιγόκλεισε το στόμα του κι εκείνη προσπάθησε να διαβάσει τα λόγια χωρίς ήχο που πάλευαν να φτάσουν κοντά της. Της φάνηκε ότι είπε πως την αγαπά και πως θα την περιμένει, αλλά τώρα που η τζαμαρία μπήκε ανάμεσα τους δεν ήταν σίγουρη για τίποτα πια.

« Τι θα γίνει τώρα;» ,ρώτησε τον Άντρα της πόρτας, όταν, εκτός από την ίδια, τον έχασαν και τα μάτια της από το οπτικό τους πεδίο. «Τώρα, θα γίνει ένας αγώνας κι εκείνος θα επιβιβαστεί στο όχημα που μέλλεται να φτάσει πρώτο, στον τελικό προορισμό», της απάντησε κι άρχισε ν’ απομακρύνεται, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο πως δε θα απαντούσε σε καμία άλλη ερώτηση.

Δεν ήθελε να γυρίσει στο όμορφο τους ξυλόσπιτο και να κοιμηθεί στο κρεβάτι του χωρίς εκείνον. Επέστρεψε στο λόφο και κάθισε στο αγαπημένο τους σημείο. Μόνη αυτή τη φορά. Μόνη για πρώτη φορά. Το κενό δίπλα της μεταφέρθηκε και μέσα της. Από τη στιγμή της αναχώρησης του μέχρι και τη συνάντηση τους απλωνόταν ένας μεγάλος και μακρύς δρόμος ατελείωτος, βαρετός, κουραστικός και χωρίς κανένα πανδοχείο, για να ξαποστάσεις.

Βύθισε το βλέμμα της στον ορίζοντα και στην οθόνη που βρισκόταν εκεί μετέωρη, σε μια ύστατη προσπάθεια να αποτραβήξει το μυαλό της, από όλες εκείνες τις άσχημες σκέψεις που την τρέλαιναν. Το αρχικό ζευγάρι κυριαρχούσε ξανά στα πλάνα που προβάλλονταν. Η γυναίκα ήταν ξαπλωμένη δίπλα στον άντρα που επρόκειτο ν’ αγαπήσει πολύ. Το βλέμμα της ήταν πλημμυρισμένο από ευτυχία και το σώμα της κορεσμένο από ερωτική απόλαυση. Ακούμπησε, ασυναίσθητα, με το χέρι της την κοιλιά της, πάνω από το σεντόνι , χωρίς να γνωρίζει πως το όχημα που έμελλε να είναι το πιο γρήγορο, είχε παρκάρει μέσα της κι ότι ο επιβαίνων, σε αυτό, την ίδια στιγμή τακτοποιούσε το χώρο στον οποίο θα διέμενε τους επόμενους εννέα μήνες. Συνέχισε να χαϊδεύει, ευτυχισμένη, την κοιλιά της, χωρίς να γνωρίζει πως αυτή την ευτυχία θα είχε το σθένος να την κρατήσει για πάντα αναμμένη, για πάντα φλογάτη και ζωντανή κι ας γεννιόταν το δικό της το παιδί ανάπηρο. Χωρίς να γνωρίζει πως εκτός από το μωρό της θα γεννιόταν μέσα της μια τόσο μεγάλη δύναμη που θα τη μεταμόρφωνε σε πόδια, για να στηρίζεται το παιδί της πάνω της και να κάνει τα πρώτα του βήματα, πριν εμπιστευτεί τον εαυτό του…

Η γυναίκα του λόφου ατένισε το ευτυχισμένο βλέμμα της γυναίκας στην οθόνη. Παρατήρησε, με ενδιαφέρον, τις απαλές κυκλικές κινήσεις εκείνου του γυναικείου χεριού που άγγιζε με τόση τρυφερότητα το ζωηρόχρωμο ύφασμα. Μια σπίθα χαράς άναψε μέσα της κι έκανε το στομάχι της να σφιχτεί, σαν κάτι πολύ οικείο να βρισκόταν κρυμμένο κάπου εκεί, μα η θλίψη της, που αυξανόταν καθώς κυλούσε ο χρόνος, την έσβησε. Έκλεισε τα μάτια ,για να μην πονάει βλέποντας την ευτυχία των άλλων , χωρίς να γνωρίζει πως το ανάπηρο παιδί εκείνης της γυναίκας, μια μέρα θα το συναντούσε και θα το αγαπούσε περισσότερο κι από την ίδια του τη μάνα.

#Διήγημα

Ηράκλειο 14. 02. 2019

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *