ΑΛΚΗΣ ΤΡΟΠΑΙΑΤΗΣ: ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΡΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Photo of the day 07282020
Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ 28 IOYΛIOY 2020
Ιούλιος 28, 2020
nightmare for a vision
Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΕΝΟΣ ΟΡΑΜΑΤΟΣ…
Ιούλιος 28, 2020

ΑΛΚΗΣ ΤΡΟΠΑΙΑΤΗΣ: ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΡΓΑΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

Alkis Tropaiatis - 1

Ο Άλκης Τροπαιάτης ήταν Έλληνας συγγραφέας, ένας από τους πρωτεργάτες της παιδικής λογοτεχνίας στη χώρα μας.

Με καταγωγή από τα Τρόπαια Αρκαδίας, γεννήθηκε το 1909 στη Δαύλεια της Βοιωτίας. Σπούδασε στο τμήμα πολιτικών και οικονομικών επιστημών της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κι εργάστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Συνεργάστηκε με εφημερίδες, περιοδικά και εγκυκλοπαίδειες («Ελευθερουδάκη», «Πυρσός» κ.ά.). Ασχολήθηκε πολύ με την παιδική λογοτεχνία [μαζί με τον Δημήτρη Γιάκο εξέδωσαν την επτάτομη Ανθολογία Ελληνικού Παιδικού Διηγήματος (1956-1970)], διηύθυνε την εγκυκλοπαίδεια «Χρυσές Σελίδες» και ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο «Αλκαίος».

Στην πλούσια συγγραφική παραγωγή του συγκαταλέγονται τα έργα: «13 Διηγήματα» (1936), «Ήρωες» (1939), «Το βιβλίο της άγνωστης αδελφής» (1940), «Το δέντρο και το τραμ» (1943), «Παραμύθι τής Κατοχής» (1947), «Επιτάφιος» (1948), «Ο άνθρωπος με το μπαστούνι» (1957), «Δάφνης και Χλόη» (1958), «Βιολαντώ» (1963), «Οι μικροί γονείς» (1966), «Άγια Νύχτα» (1970), «Η κυρία με την λάμπα» (1970) κ.ά.

Το 1979 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο παιδικής λογοτεχνίας του ιδρύματος Ουράνη.

Ο Άλκης Τροπαιάτης πέθανε στις 28 Ιουλίου 1999, σε ηλικία 91 ετών.

Ο Βαγγέλης ο Ζάππας απ’ το Λάμποβο

του Άλκη Κ. Τροπαιάτη

Τον είχε φάει το όνομα. Δίχως αυτό θα μπορούσε να είχε κάνει κι αυτός κάτι στη ζωή του. Όχι ρεμάλι, καθώς είχε τώρα καταντήσει. Μα είπαμε, το όνομα τα έφταιξε όλα. Ευάγγελος Ζάππας. Από την Ήπειρο. Μπορεί να μην ήταν κι από μέσα από το Λάμποβο, μα αυτός, ο Βαγγέλης καθώς τον λέγανε στην αγορά, έπαιρνε όρκο πως εκεί είχε γεννηθεί.

– Μωρέ Βαγγέλη, έχεις ίδιο όνομα με το Ζάππα, τον εθνικό ευεργέτη. Μήπως έχετε και καμιά συγγένεια;

Χαμογελούσε κάτω απ’ τα μουστάκια του ο Βαγγέλης – χαμόγελο πονηρό και βαρυσήμαντο. Αμ’ το ίδιο όνομα είχαν. Κι έκρουαν και κάποια συγγένεια. Έτσι γίνεται στα χωριά. Ο ένας με τον άλλον είναι λίγο πολύ συγγενείς. Κάθε μικρό χωριό είναι κι από ένα απέραντο συγγενολόι, να πούμε.

– Πρέπει να μου πέφτει, να κάτι σαν μπάρμπας. Μακρινός θείος, με καταλαβαίνεις; Ο πατέρας του είχε πάρει μια δεύτερη αξαδέρφη του παραπαππού μου, μ΄εννοείς. Τώρα, βγάλε μοναχός σου άκρη τι συγγένεια πέφτει…

Έλεγε. Μόνος του να τα είχε σκαρώσει όλ’ αυτά με τη φαντασία του – και, πες πες, να τα είχε πιστέψει στο τέλος κι ο ίδιος γι’ αληθινά; Ποιος ξέρει…Ωστόσο, όλη αυτή η ιστορία, που όσο περνούσε ο καιρός άπλωνε, φούσκωνε και δυνάμωνε, του Βαγγέλη του Ζάππα, του δικού μας, του έφτανε και του περίσσευε. Λίγο το λες να έχεις το ίδιο όνομα με τον εθνικό ευεργέτη και να είσαι, έστω και μακρινός, συγγενής του;

Και γιατί, δηλαδή, να μην είναι; Όταν, μάλιστα, τύχαινε να τραβήξει και κάνα ποτήρι παραπάνω, τότε η φαντασία του φτέρωνε, πουλί γινότανε και πετούσε ίσαμε τα ουράνια.

– Γιατί, δηλαδή, να μην είμαστε και συγγενήδες…

Μονολογούσε. Κι έπλεε σε πέλαγα ευτυχίας.

Για την ώρα ο Βαγγέλης ο Ζάππας έκανε δουλειές του ποδαριού – μήπως ήταν άξιος και για πολλά; – για να οικονομάει τον επιούσιο.

– Βαγγέλη, μου πας τούτο το κοφίνι σπίτι; Άιντε γεια σου. Ξέρεις το δρόμο, έχεις ξαναπάει. Οδός Δαιδάλου, κοντά στο Ζάππειο.

– Ξέρω, ξέρω , κύριε Δημητράκη μου. Πουλί θα γίνω και θα στο πάω…

Πουλί γινόταν και το πήγαινε. Φτάνει που ήταν κοντά στο Ζάππειο. Ο καημός του πια τούτος ο τόπος. Πέρναγε μέσ’ από το Ζάππειο και λες πως ψήλωνε τρεις πιθαμές. Σα να περπατούσε στα …οικόπεδά του. Στο…υποστατικό του βρισκότανε, ποιος μπορούσε να του μιλήσει;

– Ας όψονται οι περιστάσεις, παραπονιότανε καμιά φορά. Εγώ ήμανε να πέσω καλύτερα. Η μάνα μου μού το ’λεγε: Θα μοιάσεις του μπάρμπα σου εσύ. Έχεις μυαλό κι ας μην ξέρεις και πολλά γράμματα. Ούτε κι εκείνος ήξερε, μα είδες πού έφτασε. Γειτονιά ολάκερη ακούει στ’ όνομά του. Μέχρι άγαλμα τού έχουνε στήσει. Εμάς, βλέπεις, μας πήρε η κάτου βόλτα. Μας έφαγε η επιστράτεψη. Δεν μπορέσαμε να στρώσουμε δουλειά. Να ιδούμε σάλιο στη γλώσσα μας…

Σαραντάρης, πενηντάρης – πόσος ήταν; – πια, κουβαλούσε με το ζεμπίλι ψώνια απ’ την αγορά. Κάποτε, σε χρόνια παλιότερα, είχε πολεμήσει κάμποσες φορές να κάνει δικιά του δουλειά. Πουλούσε λεμόνια, χορταρικά, το’ να τ’ άλλο, δουλειές του ποδαριού. Τίποτα δεν του φτούραγε. Είχε, βλέπεις, και το βίτσιο του κρασιού.

– Βρε, Βαγγέλη, θα βάλεις μυαλό; Το κρασί δεν κάνει σπίτι…

– Ας τα, κύριε Νικολάκη μου, κι ένα κρασί μάς απόμεινε για να πνίγουμε τα βάσανά μας. Είναι για μένα τούτες οι δουλειές; Λεμόνια και πορτοκάλια να πουλάω του λόγου μου; Μα, ας όψονται οι αίτιοι…Άμα στραβώσει μια φορά η ζωή σου, τρέχα να την ξαναβάνεις στο ίσιο της. Να μη τα δίνει ο Θεός κάτι τέτοια…

Έσκυβε το κεφάλι, πάλευε νευρικά τα μουστάκια του – είχε μουστάκια τσιγκελωτά ο Βαγγέλης, ίδια σαν τον άλλο, το μεγάλο πρόγονο – φούσκωνε και ξεφούσκωνε απ’ τη στενοχώρια. Μα γρήγορα του περνούσε.

– Έχεις κάνα θέλημα, κύριε Βασιλάκη μου; Πουλί θα γίνω και θα πάω…

Σου έλεγε. Γιατί το είχε πάρει πια απόφαση. Πως δε μπορούσε να ξεφύγει απ’ το ζεμπίλι με τα ψώνια, που του κατέβαζε χρόνο με το χρόνο τη ράχη.

– Πού κάθεσαι, Βαγγέλη;…

– Α, εδώ κοντά…Στο Ζάππειο…

Είχε μια τρύπα νοικιασμένη σε κάτι χαλάσματα, πέρα από του Μακρυγιάννη. Κάτι πλήρωνε στην αρχή, ύστερα, σαν άρχισε να γερνάει και να καταπέφτει, τον κρατούσε δίχως να πληρώνει. Και ξυπνούσε πρωί πρωί ο Βαγγέλης και τραβούσε κατά το Ζάππειο. Άλλαζε καρδιά καθώς τον χτυπούσε ο αέρας του, ξαλάφρωνε κι ανάσαινε πιο ελεύθερα. Σαν έφτανε μπροστά στο άγαλμα του Ζάππα, σταματούσε. έβγαζε και το κασκέτο του κι έμενε ορθός και σιωπηλός μπροστά του, σα σε προσευχή. Ύστερα, ανέβαινε τα σκαλιά του κτιρίου. Έριχνε από κει το μάτι του προς τ’ αριστερά. Κι αγνάντευε, μέσα από το αυγινό φως, άσπρο, κάτασπρο το Στάδιο, σα γλάρο μ’ ολάνοιχτες φτερούγες. Γιατί, του είχε κολλήσει και τούτη η πετριά. Πως και το Στάδιο ήταν δικό «τους» – του «θείου» του δηλαδή…

Μέρα με τη μέρα τον τσάκιζε το κρασί. Τρέμανε τα πόδια του, τρέμανε τα χέρια του, έτρεμε ο δόλιος ολόκληρος. Πού να γίνει πια πουλί και να τρέχει σαν άλλοτε στα θελήματα….Τον έπαιρνε η κάτω βόλτα στα γερά. Είχαν πέσει στην πιάτσα άλλα παιδιά νεώτερα, που ήσαν αετοί στο τρέξιμο. Πού να τους φτάσουν τα πόδια του Βαγγέλη…Αν τον έπαιρνε και κανένας, θα ήταν γνωστός που τον λυπότανε. Άλλοτε, πάλι προτιμούσανε να του δίνουν κάτι και να παίρνουν άλλους για τη δουλειά τους.

– Πάει, πέταξε, το πουλί, κύριε Δημητράκη μου…

Παραπονιότανε. Και την ίδια στιγμή αρχινούσε το τροπάρι του:

– Εγώ, εγώ, ο απόγονος ενού Ζάππα, να καταντήσω στα χάλια που με βλέπεις…Εμείς που είχαμε πλατείες και κήπους κι αγάλματα και στάδια στ’ όνομά μας…

Αυτά τα έλεγε πιο πολύ σαν ήταν πιωμένος. Και τώρα τελευταία δεν έκανε δεύτερη δουλειά από το πιοτό. Ό,τι μάζευε όλη τη μέρα, πήγαινε το βραδάκι να τα πιεί στην ταβέρνα. Και γυρνούσε ύστερα, τρικλίζοντας και μονολογώντας, για το «μέγαρό του».

Στα τελευταία ήρθε να τον βρει και τούτο το κακό ακόμα. Γκρέμισαν το σαράβαλο όπου έμενε – θα χτίζαν πολυκατοικία στη θέση του – κι ο Βαγγέλης ο Ζάππας έμεινε χωρίς στέγη. Από κείνη την ώρα το έριξε πια για καλά στη φιλοσοφία.

– Ο Ευάγγελος Ζάππας δίχως σπίτι….Ούτε στρώμα για να πλαγιάσει…

Μονολογούσε. Και χάραζε το πικραμένο του στόμα σε σαρκασμό.

Τότε, άρχισε να παίρνει μπάλα τα παγκάκια του Ζαππείου.

– Σπίτι μου, δεν είμαι; έλεγε, δίχως να τον ρωτήσεις. Δεν κοιμάμαι σε ξένον τόπο…Όποιος μου βρίσκει να έχω άδικο, να μου το πει…

Μα δεν βρισκότανε κανένας. Κι ο Βαγγέλης, σα νύχτωνε, μεθυσμένος καθώς ήταν, έπεφτε ξερός σ’ ένα παγκάκι. Και τραβούσε να βρει το μεγάλο του…πρόγονο.

Η μεγάλη ιστορία τού έτυχε ένα βράδυ που είχε γίνει τάβλα στο μεθύσι. Αντί για παγκάκι, πήγε και ξάπλωσε κάτω από το άγαλμα του Ζάππα. Έκανε κρύο τσουχτερό εκείνο το βράδυ, μα ο Βαγγέλης δεν το έπαιρνε μυρουδιά – είχε φωτιά στα σπλάχνα του και τον ζέσταινε. Εκείνο το βράδυ, όμως, έτυχε να βγει «παγανιά» η αστυνομία. Μάζευε τους αλήτες όπου τους έβρισκε. Από τα πάρκα, τα παγκάκια, από παντού. Βρήκανε και το Βαγγέλη κάτου από το άγαλμα. Τον σκούντηξαν, τον τράβηξαν, τον σήκωσαν. Σαν είδε την αστυνομία ο Βαγγέλης, τα χρειάστηκε. Σα να ξεμέθυσε λιγάκι, σα να καταλάβαινε τι του γινόταν.

– Τι κάνεις εδώ;

Τον αγρίεψε ένας αστυφύλακας.

Ο Βαγγέλης μαζεύτηκε:

– Τίποτα, κυρ Αστυνόμε, έτσι ξάπλωσα για λίγο, μα θα σηκωνόμουνα…

– Δεν έχεις σπίτι;

– Δεν έχω…

– Πώς σε λένε;

– Ζάππα. Ευάγγελο Ζάππα. Από την Ήπειρο. Από το Λάμποβο. Μέσ’ από το Λάμποβο.

– Θα πας μέσα, του λέει ο αστυφύλακας.

Τότε, σα να ξεμέθυσε μεμιάς ο Βαγγέλης. Και, την ίδια στιγμή, τον πήρε το παράπονο.

– Εγώ μέσα, κυρ Αστυνόμε; Μη μου το κάνεις αυτό το κακό. Άσε με στα χάλια μου, να ζεις. Κανένα δε βλάφτω, κανενού κακό δεν κάνω…Κι ύστερα, εδώ είμαι σα στο σπίτι μου. Ζάππα με λένε. Ευάγγελο Ζάππα. Μπορούσα να είχα κι εγώ βιός αμέτρητο. Ας όψονται οι καιροί. Και πλατεία μπορούσα να ’χα και άγαλμα και Στάδιο, καταλαβαίνεις…Άγαλμα στο όνομά μου, να πούμε. Βαγγέλη Ζάππα, κυρ Αστυνόμε, με λένε…

Εκείνη την ώρα, θες μεθυσμένον, θες ξεμέθυστον, τον πήρανε το Βαγγέλη τα κλάματα.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *